Ψάξε ενά ποίημα

Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

Παλάμη από ρόζ

-1-
Μαινάδες νύχτες
Στο φόρεμα στον κόρφο
Να ξύπναγες λέει στον αγοριών την ώρα
Όμορφη
Στα κοραλλένια χρώματα
Γεμάτη υποσχέσεις
Τα χέρια απλωμένα στον τοίχο
Τα μαλλιά ριχτά στους ώμους
Όμορφή
Όπως τα τραγούδια της παρέας
Όπως το φιλί
Όπως το πρωινό χάδι την Κυριακή
Σαν ιστορία που ονειρεύτηκε παιδί
Σε μιαν άκρη
Σε δανεισμένο από το κέφι , χορό
Με γέλια
Στα δάκτυλά που ερώτα ξεθύμαιναν
Να τραβήξουν μια φωτογραφία για πάντα
Και να κοιμούνται μαζί της
Όμορφη
Ποθητή να σε λέγαν
Η Ελένη
Να χύνονταν δάκρια και αίμα για σένα
Ή μέλι και σιμιγδάλι
Στον κοραλλένιο τοίχο χέρια ανοιχτά
Όμορφη
Σαν ξέφραγο όνειρό , μικρού περπατητή της φαντασίας
Με τα στήθη της γοργόνας
Και την αψιά μυρωδιά της έλξης
Επικίνδυνα ευχάριστη
Με μια αγκαλιά χάδια και προθέσεις
Έτοιμη να πουλήσεις τον κόσμο για έναν πρίγκιπα
Στο γαλάζιο του άγγελο σκαρφαλωμένο
Και με το σπαθί του τεντωμένο στον ουρανό
Εσύ η καλή
Εσύ ο δράκος και ο πύργος





-2-
Κι ύστερα ήρθαν οι μάγισσές ελπίδες
Με τα στήθη γυμνά και την κοιλιά
Γλύφοντας τις ώρες της ξεκούρασης
Να γίνονται ιδρώτας
Και πικρή αφοσίωση
Λιώναμε κάποτε μαζί
Στον ίδιο πόθο
Θυμάσαι λίγο
Στον όρμο που έσκαγε η δύνη του κόσμου
Και συ φύλαγες τα πιο σκοτεινά αστέρια του ουρανού να μην σβήσουν
Ξύπναγες των έρωτα στα παιδιά
Και τα φύλαγες πρώτη φορά στο στόμα
Άκουγες τον άνεμο να φυσά
Κουλουριασμένη
Όμορφη
Δυο χείλη μόνο για φιλιά
Και ψιθύρους
Στην άκρια του γιαλού
Με τα πέλματα χωμένα στην άμμο
Και τα χέρια να ζωγραφίζουν ερωτηματικά στο στήθος μου
Πότε?
Γιατί?
Άνθη πορτοκαλιάς και παπαρούνες φύλαγες στις τσέπες σου
Τα ξέραινες ύστερα στο μέσο των βιβλίων
Όμορφη
Ποτέ δεν ξανάδα
Με τα απλά να ξυπνάς τις αισθήσεις
Φορώντας δυο βαμβακερές κάλτσες
Λίγο χρώμα στα μάτια
Τινάζοντας τα πόδια σου να πεις εδώ είμαι
Ανάβοντας λευκό τσιγάρο
Εδώ είμαι
Όμορφή
Ανάμεσα στα φιλήματα των παιδιών
Και τις ελπίδες των ερωτευμένων
Ανάσα κλεφτή στον χτύπο της καρδιάς
Ηλεκτρισμένη παρέα
Αμίλητη , λέγοντας μόνο όσα έπρεπε
Με την αφήγηση του βλέμματός
Εδώ είμαι , κοίτα με
Και γω να γυρίζω το βλέμμα μου αλλού
Να μην μάθεις ποτέ πόσο σε ήθελα
Δεν άντεχα να μου κλέψεις την αγάπη μου
Ούτε στην ύπαρξή μα ούτε στην ανυπαρξία
Έτσι σε κοίταγα βουβά
Σε κοραλλένια δωμάτια
Με τα χέρια στον τοίχο
Γλυπτό φόρεμα
Να χαϊδεύει το ανάγλυφο θέλω μου
Αδιάφορό
Αν
Ή αν όχι
Στο πείσμα των λουλουδιών της άνοιξης
Και στην βροχή του χειμώνα
Να φυτρώνει μια πληγή
Καταμεσής της καρδιάς μου
Και να απλώνετε
Πόντο τον πόντο της ανάσας σου
Και στον ήχο της φωνής σου
Όμορφη
Όσο η μέρα που χάνετε στην νύχτα
Όσο η ζωή που σβήνει στον θάνατο
Όσο η σάρκα που τρέμει στο απαλό φώς
Όταν αγγίζετε
Δεν θυμάμαι πως σε έλεγα
Ή αν υπήρξε ποτέ η αγάπη μας
Σε θέλησα όμως
Και ποτέ να μη μάθεις , το θέλησα