Ψάξε ενά ποίημα

Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Κωνσταντινούπολή (σαν χρόνια πολλά στην Νάντια)


Κάτω απ το φώς της βασιλεύουσας
Η δύση και η ανατολή σε ένα χαμάμ γυμνές .
Στα γυμνά τους πόδια ,
έρωτες και μίση και πάθη , χορός από λιβάνι και κύμινο.
Εσύ σαν παιδί που του χάρισαν , ένα πατίνι κόκκινο.
Χαίρεσαι.
Όμορφη  πόλη  η Κωνσταντινούπολη
Έχει τον θεό στο κέντρο , και γύρω μικρές γωνιές να κρυφτείς και να φιληθείς  ,
ως άνθρωπος.
 Στα κάστρα , στις αγορές , στους τόπους του θεού .
Πουθενά ο θεός δεν έχει τόσες ευκαιρίες να τον θυμάσαι ,
όπως και να τον ξέρεις.
Ύστερα θα έρθουν χτισμένα σε ρούχα , κοριτσόπουλα ,
Πλάι σε άντρες πιο σκερτσόζους , απ ότι φαντάστηκα .
Μ ένα μουστάκι πλούσιο και παχύ
να εξιστορεί την ανάγκη τους να είναι αρσενικά  ,
να σε τρατάρουν λογιό γλυκά , του νου και της γλώσσας .
Όμορφη πόλη ,
μεγαλούπολη με ρυθμούς ανατολής .
Με κεφάτη θάλασσα και καιρό κυκλοθυμικό , συναισθηματικό.
Η δική μου Κωσταντινούπολη εσύ ,
όμορφη , κεφάτη ,κυκλοθυμική .
Θέλω να σε ζήσω ,
Να περπατήσω στις γωνιές και στα σοκάκια σου.
Να φιληθώ ξεδιάντροπα στις πλατείες σου.
Να ονειρευτώ κοιτώντας τα παλάτια , αρετές ,
που με κόπο έκτισαν οι εργάτες χρόνοι σου.
Να στερεώσω τις προσδοκίες μου , στο γόνιμο χώμα της πίστης σου.
Δεμένος από την αλήθεια του ονόματος σου , σταθερότητα και επιμονή.
Γοητευμένος από την υπόσχεση της πονηρής ματιάς σου ,
αφήσου.
Αφήνομαι.

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Ένοχα Μυστικά


Ένοχα μυστικά
Η ζωή μου
Όσα ήξερες
Όσα ένιωθες
Όσα ποτέ δεν είπα .
Κι ένας  άνεμος πάντα να  κυλά ανεξέλεγκτος
αδιαφορώντας  για τη μετεωρολογική του προέλευση ,
μόνο για να αναστατώνει και να φουντώνει
να ξεσκεπάζει.
Πάντα θα έρχεται ένας άνεμος να φουντώσει
τα βαθιά καλοκαιριά της ρουτίνας και της  απόγνωσης  ,
τότε που τα όνειρά σου θα κείτονται ξερά και ξεχασμένα ,
έτοιμα να λαμπαδιάσουν στο πρώτο αναμμένο χαμόγελο  
κι ύστερα οι  φωτιές θα καίνε ανεξέλεγκτα,
στην αρχή ζέστη,
ύστερα πόνος,
μετά η απειλή του θανάτου·
κι όλα τούτα πίσω από τείχη με κοκκινοκίτρινες ανταύγειες
σ’ αυτό το απαλό, το ρομαντικό, το μουσικό θέαμα της φωτιάς,
καρφωμένος
τίποτα άσχημο δεν υπάρχει όταν καίγονται τα πάντα.
Ο απολογισμός της τέφρας του συναισθηματικού σου κόσμου μετά
είναι άσχημος.
Ένοχα μυστικά
η ζωή μου.
Φωτιές που κάψανε τα πάντα,
τέφρα  που βλάστησε
και ένας άνεμος που φυσούσε κάθε φορά,
από παντού,
για να ανάβει πυρκαγιές από “σε θέλω”.
Τώρα ο ίδιος άνεμος
αναμοχλεύει την τεφρά του κόσμου μου.
Δεν έχει πια βλαστάρια,
μόνο το σκούρο γκρι άνεμο
να σου νεκρώνει τη σκέψη και τη συνείδηση.