Ψάξε ενά ποίημα

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Χρεωκαρπία

Χρωστώ παντού
Την όψη μου
Την Γή μου
Τα όνειρα μου
Της ηδονές και τους πόνους μου
Κάπου το χρωστώ
Δεν με φοβίζει πια η λέξη
Και όσους απάνω μου σηκώνονται να διεκδικήσουν
Δεν τους φοβάμαι
Ήρθαν οι φίλοι μου να με ντύσουν
Να με γυαλίσουν
Και σ αυτούς χρωστώ
Την διάθεση τους να πουλήσουν το αίμα μου
Για κάμποσο νερό να πιώ
Να πιουν και τα παιδιά μου
Μες στην ζαλάδα μου
Ήρθαν οι φίλοι μου
Θα με κεράσουν κρακεράκια
Και ποτό δυνατό
Φιλί το φιλί στις ακρογιαλιές του πατέρα μου
Θα μου μάθουν να δίνω το κορμί μου
Σε ναυτικούς απόμαχούς
Και να αισθάνομαι από αυτό υπεροχή
Να αισθάνομαι όμορφη
Ήρθαν οι φίλοι μου
Με τα κορμιά γυμνά
Και τους φαλλούς τους στα χέρια
Να οργώσουν κάθε σπιθαμή μου
Να μου μάθουν
Ήρθαν οι φίλοι μου
Που τους χρωστώ
Την όψη
Την Γή μου
Τα όνειρα μου
Κι είναι ανάμεσα στα πόδια μου
Και χαχανίζουν πάνω από το κεφαλί μου
Έτσι συνηθίζετε μεταξύ φίλων
Χωρίς χαρά
Χωρίς συναίσθημα
Τους χρωστώ
Που ασχολήθηκαν μαζί μου
Ήμουν μια από όλες
Αλλά εμένα διάλεξαν
Για να χαρούν

Και τώρα παλικάρια στέκουν αμέριμνα στον ήλιο
Με τα απόκρυφα τους έκθετα
Και τα κανιά τους μακριά να κλωτσούν
Ξεφούσκωτες μπάλες
Κοριτσόπουλα με κόκκινα μάγουλα
Ξεδιάντροπά να γλύφουν μακρόστενα παγωτά στις άκρες επιδαπέδιών ψυγείων
Ελά και συ
Στην θάλασσα
Στον ήλιο
Στο χρέος
Στο πήδημα
Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά
Στο κέντρο μια κουζίνα νησί
Με τα κατσαρόλια της από πάνω ασορτί
Να χορεύουν στον ρυθμό
Της πιο εύθυμης και λαχταριστής μουσικής
Μαρεγιε , μαρεγιε
Μαρεγιε μου
Ποια γυναίκα θα σε πάρει
Εμπρός λοιπόν
Καληνυχτισμένε μου
Ασπροπουκαμισάτε ιππότη
Εν μέσω επαναστατικών ασμάτων
Με το σώβρακο με την φιγούρα του Γκε βάρα
Βάρα
Αρα
Μάρα
Κουκουνάρα
Δώσε την πιστωτική σου
Να την φάει ο μινώταυρος
Άνοιξε την τηλεόραση να έρθουν εικόνες
Να ασελγήσουν πάνω στα χαρωπά πρόσωπα των απογόνων σου
Και ξύπνα μια μέρα με την φωνή του «Τειρεσία»
Στ αυτί σου
Χρωστάς
Μαζί σου και τούτο τα αλωνάκι
Που αλωνίζουν πάνω του
Λογιο λογιο εραστές
Με ένα μόνο κοινό
Να πατούνε πάνω σου
Και πάνω στις αδυναμίες σου
Και τα ποτισμένα στο αίμα όνειρα των προγόνων σου για σένα
Ώστε η ξευτίλα να σου γίνει δεύτερη φύση
Να σε κρεμούν από τα μπακάλικά των αγορών χρήματος
Αρνάκι νέας μαλακίας
Ανδρών αφανών πάσα Γής τάφρος
Που να περάσεις από τα προχώματα των εμπειριών σου
Είσαι αυτό που σε διδάξαν να είσαι
Είσαι?
Μικρή ξεφτιλισμένη χριστιανή πουτάνα
Τους παίρνεις νουμεράδα όλους
Για κοινωνικούς λόγους
Αγγλοί , γάλοι πορτογάλοι
Κουτσοί στραβοί
Και μια χαρακιά μισή στα νοήματα σου
Στον πολιτικό λόγο των παιδιών σου
Στο είναι και το πέρα των συζύγων σου
Άρα μάρα κουκουνάρα
Κομαντάτε τσε γκε βάρα
«Μια ζωή σ ένα ψυγείο
Που λέγεται πολυτεχνείο»

Σωπά , οπού να ναι θα σημάνουν καραβάνες
Η ζωή τραβάει diadora
Χτυπούν το βραδύ στην ταράτσα την σημαία
Καφτε τα
Και μετά λουστείτε με την λάσπη από τις στάχτες τους
Πολύ συντηρητικοί για να προοδευσουμε
Και ακραία προοδευτικοί για να συντηρηθούμε .

Ανοίγεις κάπου κάπου το παράθυρό να μπει λίγο φώς
Και μπαίνει η μπόχα από την απέναντι πολυκατοικία
Πάλι καίνε τα όνειρα τους
Για λίγη λάμψη
Κοπέλες με καλοξυρισμένα πόδια
Λεπτές γάμπες και καθόλου μέση
Έρχονται να σου θυμίσουν πως τίποτα πρόστυχο δεν μπορεί να γίνει
Αν πρόστυχος δεν είσαι
Έτσι αποτύχαμε
Φέροντας χρυσούς σταυρούς από την βάπτιση ως τον τάφο
Το χρωστάμε στην νονά μας
Καδένες στα χέρια και τα πόδια
Από καταναλωτικά ζιζάνια
Με την μορφή ελπίδας
Για μια ζωή στα χέρια μας

φωτογραφίες άλλά ντ άλλον

Που περπατάς τους έρωτες σου ?
Η γωνιές που διαφθείραμε και οι τόποι
Δεν είναι χώρος για να ανθίσει τίποτα
Τους μολύναμε με προσδοκίες
Στεγάσαμε στην αγκαλιά τους κλεμμένα φιλιά
Και ζώσαμε την αύρα τους με σκοτεινό και ανήλιαγο θέλω
Πώς να χωρέσεις λαγουδάκια και παιδικά σκίτσα μέσα τους
Εικόνες μιας ζωής υστερικής καλοπέρασης
Με πορτ μπεμπε , καροτσάκια , φορμίτσες και φρέσκο γάλα
Φωτογραφίζεσαι γυμνή από συναισθήματα
Με νεκρά μάτια
Κάπως έτσι ήταν , θα σκέφτεσαι
Όχι δεν ήταν
Δεν επαναλαμβάνονται μερικά πράγματα
Λιώνουν με τον χρόνο και παραμένουν απώλεια
Ότι δεν έχουμε τώρα
Το χάσαμε και δεν θα το ξαναβρούμε
Ούτε κακό , ούτε καλό
Αλήθεια
Ξένη μου φαίνεσαι και άσχημη
Έτσι όπως ζωγραφίζεις με το χέρι καρδούλες
Σαν κάποιον ν αγαπάς απέναντι από την ζωή
Στην παγκόσμια ιστορία των αναμνήσεων
Έναν Οδυσσέα ή κάποιον Αλέξανδρο
Που ξεκίνησε για κάποιο μακρινό ταξίδι
Πολεμώντας την ιστορία του
Και είτε πέθανε μακριά σου
Ή απλά γύρισε να σε βρει γριά
Με άντρες γύρω σου να ορέγονται
Περισσότερο το όνομα σου
Παρά τα στήθη σου
Άσχημη
Χωρίς εμπάθεια το λέω
Κακιά
Μόνη
Φοράς το βάρος του πατέρα του πολύτεκνου
Δεν χαριεντίζεσαι
Δεν κάνεις σκέρτσα
Κουμπώνεις απάνω στο περιβάλλον
Ανάποδα
Που περπατάς τους έρωτες σου
Εκεί που σε κοίταξα στο πλάι
Και σου είπα σε θέλω
Στοίχειωσαν τα λόγια μου
Και σαν φαντάσματα γυρνάνε και σκοτεινιάζουν το τοπίο
Είπα σε θέλω
Καμία φωνή δεν θ ακουστεί εκεί ξανά
Σαν την δική μου

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

ετυμηγορία

Όσο και αν προσπαθώ , δεν σε καταλαβαίνω
Ψάχνω να βρω μέσα μου στοιχεία να σε δικαιολογήσω
Ψάχνω να σε στηρίξω και να στηριχθώ
Φτιάχνω αριστοτεχνικά επιχειρήματα
Ψάχνω παράθυρά ανάγκης στο δίκαιο του έρωτα
Στοιχειοθετώ ενοχές και φόβους
Για να στηρίξω απαλλακτικό βούλευμα
Και νιάτα και απειρία για να στηρίξω αδυναμία
Και βρασμό ψυχής
Αλλά με ακυρώνουν τα γεγονότα
Το βλέμμα σου όπως ντροπιάζει στην σκιά μου
Το σώμα σου που γέρνει πάντα κατά το μέρος μου
Και που όταν ξεχνιέσαι ,ψάχνει να βρει τυχαίο δρόμο και να με ακουμπήσει
Το πώς ορθώνεσαι όταν γελώ και πως χαμηλώνεις όταν είμαι σκεφτικός.
Ψάχνω να βρω στοιχεία ότι αδικήθηκες και σε εκμεταλλευτικά
Μα δες τι έχασα , και τι πήρα σε αντάλλαγμα.
Δεν με βοηθάς και σύ
Στέκεις αμήχανη , σαν να έχεις παγώσει
Ότι και να πεις ή να κάνεις είναι λάθος
Ψάχνεις ανώδυνό τρόπο να με φιλάς , χωρίς να ξέρει κανείς τίποτα
Ούτε και σύ η ίδια
Να με φιλάς όταν οι άλλοι κάνουν φασαρία
Στις παρυφές της ανθρώπινής ύπαρξης
Κρυμμένοι στο background της ζωής
Χωρίς κανένας να ξέρει
Και ενόσω όλα τα ζούμε κανονικότατα.
Σε χρόνους παράλληλους
Να ζούμε μέσα σε ένα φιλί
Κάπου μεταξύ ονείρου και φαντασίας
Δεν θές να το ξέρει κανείς
Έτσι στέκουμε τώρα αμήχανοι
Μπροστά στην έδρα
Του δικαστηρίου των ζωντανών
Κοιτώ ψηλά τους δικαστές των μοναδικών σχέσεων
Στέκομαι ψηλός μπροστά στις προσδοκίες τους
Σε υπερασπίζομαι , μας υπερασπίζομαι .
Κάνατε λάθος
Δεν ήταν να γίνει , δεν ήταν αλήθεια
Όμως η ετυμηγορία αμείλικτη
Στέκει πάνω από τα κεφάλια μας
Μια επιφανειακή και ένας δειλός .